Ο γλωσσολόγος Δρ. Γιώργος Γεωργίου μιλά για το “JALLA” της Eurovision, την έρευνα, και την «τεμπελιά» της σκέψης.
- Mar 3
- 3 min read
Η σημερινή μας συνέντευξη στο Scientific Spotlight είναι μαζί με τον Δρ. Γεώργιο Γεωργίου. Ο Δρ. Γεώργιος Γεωργίου, είναι Επίκουρος Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, έχει διακριθεί διεθνώς για το ερευνητικό του έργο και έχει εκλεγεί Fellow της Young Academy of Europe για τις εξαιρετικές επιστημονικές του επιτεύξεις.

Το Κυπριακό Βραβείο Έρευνας και η εκλογή σου στη Young Academy of Europe είναι σημαντικές διακρίσεις. Τι σημαίνουν για σένα προσωπικά;
Τόσο το Κυπριακό Βραβείο Έρευνας όσο και η εκλογή μου στην Ευρωπαϊκή Ακαδημία Νέων αποτελούν την επίσημη αναγνώριση και επιβράβευση της προσπάθειας που κάνω το τελευταία χρόνια στον ακαδημαϊκό χώρο. Αποτελούν κίνητρα για να σε συνεχίσω το ερευνητικό μου πρόγραμμα στο υψηλότερο επίπεδο.
Τελικά η AI μας βοηθά να γράφουμε καλύτερα — ή μας κάνει να σκεφτόμαστε λιγότερο;
Η τεχνητή νοημοσύνη μάς βοηθά να γράφουμε καλύτερα και γρηγορότερα. Ωστόσο, αν τη χρησιμοποιούμε χωρίς δική μας σκέψη και χωρίς να ελέγχουμε το περιεχόμενό της, μας κάνει «τεμπέληδες στη σκέψη», όπως έχω συμπεράνει σε μία υπό δημοσίευση έρευνά μου. Παρ’ όλα αυτά, με σωστή χρήση και με μέτρο, μόνο θετικά μπορούμε να αποκομίσουμε από αυτή.
Μέχρι σήμερα, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες στην ερευνητική σου πορεία — και τι σε δίδαξε αυτή η εμπειρία;
Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν το να καταφέρω να μπω στον ακαδημαϊκό χώρο, αφού ολοκλήρωσα το διδακτορικό μου, και μετά να παραμείνω εκεί. Αυτή η εμπειρία μού έμαθε κάτι πολύ απλό αλλά πολύ δυνατό: όταν θέλουμε κάτι πραγματικά και όταν καταβάλλουμε την ανάλογη προσπάθεια, μπορούμε να το πετύχουμε.
Μπορεί τελικά η AI να ξεγελάσει πραγματικά έναν γλωσσολόγο;
Ναι, μπορεί, ειδικά όταν μιλάμε για σύντομα, ουδέτερα ή πολύ τυπικά κείμενα, όπου η γλώσσα δεν ξεχωρίζει εύκολα. Γενικότερα όμως, είναι δύσκολο ένας γλωσσολόγος να μην καταλάβει τη γλώσσα της μηχανής. Κι αυτό γιατί εμείς οι γλωσσολόγοι δίνουμε μεγάλη σημασία στις επιλογές της γλώσσας και στο ύφος, δηλαδή, στο πώς γράφεται κάτι, όχι μόνο στο τι λέει.
Ίδρυσες το Phonetic Lab στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Τι ονειρεύεσαι να πετύχει αυτό το εργαστήριο τα επόμενα χρόνια;
Θα ήθελα το Εργαστήριο να δυναμώσει ακόμη περισσότερο και να κρατήσει τη θέση του ως ένα σημαντικό κέντρο στην περιοχή μας, που παράγει έρευνα υψηλού επιπέδου στη φωνητική και τη γλωσσολογία, με στόχο το κοινωνικό όφελος. Ήδη κερδίσαμε ένα ερευνητικό πρόγραμμα που εξετάζει ακουστικά χαρακτηριστικά στην ομιλία ατόμων με αυτισμό, μοναδικό στο είδος του για τα κυπριακά δεδομένα.
Αν ένας 20χρονος σου έλεγε ότι θέλει να γίνει ερευνητής, ποια τρία πράγματα θα του έλεγες να κάνει — και ποιο λάθος να αποφύγει;
Θα του έλεγα να βλέπει την έρευνα σαν χόμπι, ακόμη κι αν πληρώνεται από αυτή, να θαυμάζει ερευνητές που είναι καλύτεροι από τον ίδιο και να προσπαθεί να συνεργαστεί μαζί τους, και να βλέπει τα λάθη και τα αρνητικά σχόλια ως ευκαιρία για επιτυχία! Να αποφύγει τη σύγκριση με άλλους συναδέλφους, παρά μόνο με τον εαυτό του σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
Γιώργο, ως φωνολόγος θα ήθελα τη γλωσσολογική σου άποψη για το “τζιάλλα” της φετινής συμμετοχής στη Eurovision. Ακούγοντας το τραγούδι, ένιωσες ότι αποτυπώνει αυθεντικά την κυπριακή προφορά; Είναι πράγματι κυπριακό το “τζ” που ακούμε ή πρόκειται για κάτι διαφορετικό; Και μπορείς να εξηγήσεις στους αναγνώστες μας ποια είναι η φωνολογική διαφορά ανάμεσα στο δικό μας “τζ” και σε αυτό που ακούγεται στο τραγούδι;
Σε ορισμένες περιπτώσεις στο τραγούδι, η λέξη τζιάλλα δεν προφέρεται ως [t͡ʃ] (θα το αποδίδω με το γράφημα τζ), όπως αναμένεται από φυσικούς ομιλητές της κυπριακής ελληνικής, αλλά ως [nd͡ʒ] ή [d͡ʒ] (ντζ). Έτσι, αυτό που αντιλαμβάνεται ο ακροατής αποδίδεται κατά προσέγγιση ως ντζιάλλα, και εκλαμβάνεται ως μη φυσικό.
Ωστόσο, ο ήχος ντζ απαντά στην κυπριακή ελληνική (π.χ. ντζιάμι, ντζιακούζι) και μπορούμε να ακούσουμε ντζιάλλα και να το θεωρήσουμε φυσικό όταν η προηγούμενη λέξη τελειώνει σε -ν [n] (π.χ. είπαν τζιάλλα ή they wan(t) τζιάλλα, όπως ακούγεται και στο τραγούδι). Αυτό συμβαίνει επειδή ο προφορικός λόγος δεν έχει πάντα καθαρές παύσεις ανάμεσα στις λέξεις, με αποτέλεσμα οι ήχοι γειτονικών λέξεων να αλληλεπιδρούν˙ το τελικό -ν μπορεί να «κολλήσει» στο επόμενο σύμφωνο και να δώσει την ακουστική εντύπωση ντζ. Η διαφορά αναμέσα στο τζ και ντζ είναι η ηχηρότητα, το πόσο έντονα δηλαδή προφέρεται ο ήχος, με το τζ να είναι ελαφρώς ηχηρό και το ντζ πολύ ηχηρό. Η διαφορά μεταξύ τζ και ντζ δεν είναι φωνολογική αλλά φωνητική, διότι αν αντικαταστήσουμε τον ένα ήχο με τον άλλο δεν οδηγούμαστε σε αλλαγή σημασίας της λέξης (π.χ. είτε πούμε τζιάλλα είτε ντζιάλλα, αναφερόμαστε στην ίδια λέξη).
Τέλος, είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι η χρησιμοποίηση μιας μη φυσικής προφοράς μπορεί να προκύψει ασυνείδητα λόγω μη εξοικείωσης με την προφορά της εκάστοτε γλώσσας, αλλά μπορεί και να γίνει συνειδητά, για λόγους ταυτότητας, έμφασης ή σκηνικής/μουσικής απόδοσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως, κρατήστε αυτό: το έργο της γλωσσολογίας είναι η περιγραφή και ερμηνεία τέτοιων φαινομένων και όχι η καταδίκη τους!
Συνέντευξη
Γαβριέλλα Δαυίδ

